Ο Κήπος του Προφήτη



Λες και γράφτηκε σήμερα. Κι όμως, αυτό το υπέροχο ποίημα το έγραψε ο Xαλίλ Γκιμπράν το 1923. 

Το έθνος να λυπάστε αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.
Ψωμί αν τρώει αλλά όχι απ’ τη σοδειά του.
Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.

Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή
παρά μονάχα στην πομπή της κηδείας.
Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες στα ερείπιά του.
Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του
ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα.

Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό,
απατεώνα για φιλόσοφο,
μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.

Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους.

Xαλίλ Γκιμπράν 

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΝΑΙ ή ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΟΧΙ



Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τό'χει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του

Κ.Π.Καβάφης


«Ε κακομοίρη άνθρωπε», είπε δυνατά, «μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ να βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις - το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα 'ναι πολύ αργά. Ας ανασκουμπωθούμε εμείς που το ξέρουμε, ας σύρουμε μπορεί να μας ακούσουν».


Νίκος Καζαντζάκης (απόσπασμα  από το βιβλίο του "Αδερφοφάδες")

Ίσκιοι



Είπες βαθιά θα σκάψεις μες στον εαυτό σου
Να τον γνωρίσεις να τον καταχτήσεις ίσως
Μα τι νόμισες πως είναι ο εαυτός σου ορυχείο
Στοές ν'ανοίγεις και ν'αναζητάς
Φλέβες χρυσάφι φλέβες κάρβουνο
Η μήπως νόμισες πως είναι χώρος αρχαιολογικός
Που κρύβει μέσα του στρώματα-στρώματα
Πολιτισμούς χαμένους
Ενα κομμάτι πονεμένη σάρκα είσαι
Κι όσο κι αν σκάψεις μέσα σου δεν θα'βρεις
Παρά αίμα σκοτωμένο κι αίμα ζωντανό
Και τρόμο για το σκοτωμένο αίμα

Aργύρης Χιόνης

Απουσία



Για πολύ καιρό σκεφτόμουν ότι η απουσία είναι έλλειψη.
Και λυπόμουν, ο άσχετος, για την έλλειψη.
Σήμερα δεν λυπάμαι γι'αυτήν.
Δεν υπάρχει έλλειψη στην απουσία.
Η απουσία είναι μια ύπαρξη μέσα μου.
Και τη νιώθω, άσπρη, τόσο ενωμένη,
αγκαλιασμένη με τα μπράτσα μου,
που γελώ, και χορεύω κι επινοώ
χαρούμενα επιφωνήματα.
Γιατί την απουσία, αυτή την αφομοιωμένη απουσία,
Κανείς δεν την κλέβει πια από μένα.

Carlos Drummond de Andrade


Όταν γεννιέμαι, είμαι μαύρος


Όταν μεγαλώσω, είμαι μαύρος


Όταν κάθομαι στον ήλιο, είμαι μαύρος


Όταν φοβάμαι, είμαι μαύρος


Όταν αρρωσταίνω, είμαι μαύρος


Κι όταν πεθαίνω, ακόμα είμαι μαύρος



Κι εσύ λευκέ άνθρωπε


Όταν γεννιέσαι, είσαι ροζ


Όταν μεγαλώνεις, γίνεσαι λευκός


Όταν κάθεσαι στον ήλιο, γίνεσαι κόκκινος


Όταν κρυώνεις, γίνεσαι μπλε


Όταν φοβάσαι, γίνεσαι κίτρινος


Όταν αρρωσταίνεις, γίνεσαι πράσινος


Κι όταν πεθαίνεις, γίνεσαι γκρι...



Και λες εμένα έγχρωμο;


*Το ποίημα αυτό γράφτηκε από ένα παιδάκι που ζει στην Αφρική. Τα Ηνωμένα Έθνη το πρότειναν ως το καλύτερο ποίημα για το 2006.

Τείχη



Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ' υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης


* Από τα ωραιότερα ποιήματα του Καβάφη και κατά την άποψή μου από τα πιο διδακτικά. Οι άνθρωποι χτίζουμε συχνά τείχη γύρω μας πολλές φορές χωρίς να το καταλάβουμε. Γιατί εκείνη τη στιγμή είμαστε απασχολημένοι με πράγματα που έχουν να κάνουν με το προσωπικό μας συμφέρον, με τα πάθη μας όποια κι αν είναι αυτά, με το κυνήγι του εύκολου και γρήγορου κέρδους. Και τα τείχη ολοένα και υψώνονται αλλά εμείς δεν ακούμε τους ήχους της κατασκευής. Κι όταν πια εγκλωβιζόμαστε για τα καλά, πασχίζουμε να τα γκρεμίσουμε. Και είναι πραγματικά κρίμα αν σκεφτεί κανείς το ότι ο άνθρωπος γεννιέται ελεύθερος, με ελεύθερη βούληση για να καταλήξει τελικά αιχμάλωτος των παθών του.

Η Μουσική των Ουράνιων Σφαιρών



Πολλούς αιώνες πριν η ΝΑΣΑ αποδείξει την ύπαρξη της Μουσικής στο Σύμπαν, ο Πλάτων ονόμαζε την μουσική ως την ομορφιά του Σύμπαντος κι έλεγε ότι η «η Μουσική είναι η κίνηση του ήχου για να φτάσει την ψυχή και να της διδάξει την αρετή», ότι «η μουσική είναι ένας ηθικός κανόνας" ότι "δίνει ψυχή στο σύμπαν, φτερά στη σκέψη, απογειώνει τη φαντασία, χαρίζει χαρά στη λύπη και ζωή στα πάντα". 
Πιο πριν όμως ο Πυθαγόρας ο Σάμιος φιλόσοφος, μαθηματικός, γεωμέτρης και μουσικός, είχε φτάσει σε τέτοιο επίπεδο ευαισθησίας ώστε ν’ ακούει (όχι βέβαια με τα φυσικά αυτιά) τη συμφωνία του ουρανού, τη μουσική των ουράνιων σφαιρών. Η μουσική για τους Πυθαγόρειους ήταν πάνω από όλα μαθηματικά. Η ουσία της ήταν οι αριθμοί και η ομορφιά της η έκφραση των αρμονικών σχέσεων των αριθμών. 
Η μουσική ήταν ακόμα η εικόνα της ουράνιας αρμονίας. Οι αρμονικές σχέσεις των αριθμών μεταφέρονταν στους πλανήτες. Οι πλανήτες καθώς περιστρέφονται – δίδασκε – παράγουν διάφορους μουσικούς ήχους, «αρμονία των σφαιρών», που δεν τους ακούμε.
2.500+ έτη μετά, στο σήμερα, η σύγχρονη επιστήμη έχει απόδειξη μέχρι κεραίας όλα όσα έλεγαν ο Πλάτων και ο Πυθαγόρας για την μουσική των ουράνιων σφαιρών.
Εάν σταθούμε για λίγο στην γεωμετρική και μαθηματική πλευρά του θέματος θα παρατηρήσουμε ότι υπάρχουν 5 συμμετρικά πολύεδρα. Ο Πλάτωνας έλεγε ότι αυτά τα πολύεδρα είναι οι βασικοί δομικοί κρίκοι, τα πλέον σημαντικά δομικά στοιχεία στην δημιουργία του σύμπαντος. 
Ο Κέπλερ που μελέτησε τα έργα των αρχαίων Ελλήνων και ιδιαίτερα του Πλάτωνα παρατήρησε με τις μετέπειτα έρευνές του, ότι οι τροχιές των πλανητών, και φυσικά της Χθονός – Γης, “γράφουν” την περιφέρεια συγκεκριμένων πολυέδρων. Για παράδειγμα η τροχιά του Άρη γράφει την περιφέρεια ενός τετράεδρου (Πυρ). Η τροχιά του Δία γράφει την περιφέρεια ενός κύβου (γη). 
Η τροχιά της Αφροδίτης γράφει την περιφέρεια ενός οκτάεδρου (Αέρας). Η τροχιά της Γης γράφει την περιφέρεια ενός εικοσάεδρου (Νερό). Και τα πράγματα δεν σταματούν εκεί : οι αρχαίοι Έλληνες ταύτιζαν τα ουράνια σώματα ή ορθά τις τροχιές τους με τις νότες της μουσικής, δηλαδή ΝΤΟ, ΡΕ, ΜΙ, ΦΑ, ΣΟΛ, ΛΑ ΣΙ, ΝΤΟ, δηλαδή με τους νόμους της μουσικής. Κάτι που έχει επαληθευθεί από σύγχρονους επιστήμονες, ότι δηλαδή συγκεκριμένες νότες αποδίδουν συγκεκριμένα γεωμετρικά σχήματα – στερεά.


Η μουσική της ουράνιας σφαίρας της Γης






Η μουσική της ουράνιας σφαίρας του Ήλιου






Η μουσική της ουράνιας σφαίρας της Αφροδίτης






Η μουσική της ουράνιας σφαίρας του Δία









''Portrait of Bertolt Brecht''



Κι η τέχνη πρέπει, σ' αυτούς τους καιρούς των αποφάσεων ν' αποφασίσει. Μπορεί να κάνει

τον εαυτό της όργανο µιας µικρής µερίδας ορισµένων που παίζουν τις θεότητες της µοίρας για

τους πολλούς και που απαιτούν µια πίστη που πρέπει πρώτ' απ όλα να είναι τυφλή, και μπορεί

να σταθεί στο πλευρό των πολλών και να βάλει τη µοίρα τους στα δικά τους χέρια. Μπορεί να

παραδώσει τον άνθρωπο στις συγχύσεις, τις αυταπάτες και τα θαύµατα, και µπορεί να παραδώ-

σει τον κόσµο στον άνθρωπο. Μπορεί να µεγαλώσει την αµάθεια και µπορεί να µεγαλώσει τη

γνώση. Μπορεί να κάνει έκκληση στις δυνάµεις που αποδείχνουν τη δύναµη τους καταστρέφο-

ντας, και στις δυνάµεις που αποδείχνουν τη δύναµη τους Βοηθώντας.


* Απόσπασμα από την εισήγηση του Μπέρτολτ Μπρεχτ με τίτλο «Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια» στο «Συνέδριο για την υπεράσπιση της Κουλτούρας» το1935 στο Παρίσι.

Η σπηλιά του Πλάτωνα



Η πραγματικότητα που βιώνουμε αυτό το διάστημα μου θυμίζει την σπηλιά του Πλάτωνα. Αυτό το μεγαλειώδες αλληγορικό έργο ακτινογραφεί στην εντέλεια την κοινωνία και τον άνθρωπο, τη φύση και τους νόμους. Στους αιώνες που πέρασαν δόθηκαν εκατοντάδες ερμηνείες σχετικά με την παραβολή που αναφέρει ο Πλάτωνας στην Πολιτεία για την σπηλιά. Στην πραγματικότητα παρουσιάζει τη σχέση των ανθρώπων προς τις βαθμίδες του πραγματικού κόσμου σε συνάρτηση με τον βαθμό γνώσης που κατέχουν. Δεσμώτες είναι οι ακαλλιέργητοι, οι απαίδευτοι, εκείνοι που δεν έχουν κάνει τις προσωπικές τους αναζητήσεις παρά έμειναν με όσα έμαθαν απο το σχολείο. Αλυσοδεμένοι απο την παιδική τους ηλικία βλέπουν μόνο το βάθος της σπηλιάς και τίποτε άλλο.
Υπάρχουν όμως και οι άλλοι, εκείνοι που μπορούν να δουν το φως και την έξοδο. Έχουν όμως να επιλέξουν για το αν θα αφυπνίσουν τους συνανθρώπους τους οδηγώντας τους έξω από την σπηλιά ή αν θα χρησιμοποιήσουν την άγνοιά τους για να τους εκμεταλλευτούν και να γίνουν ισχυροί.


"Δες με τη φαντασία σου ανθρώπους που κατοικούν μέσα σε μια σπηλιά κάτω από τη γη, που έχει την είσοδό της ψηλά στην οροφή, προς το φως. Και μέσα στη σπηλιά να είναι άνθρωποι αλυσοδεμένοι στα πόδια και στον αυχένα από την παιδική τους ηλικία, έτσι ώστε να είναι καρφωμένοι στο ίδιο σημείο και να μπορούν να βλέπουν μόνο μπροστά τους και να μην είναι σε θέση, εξαιτίας των δεσμών, να στρέφουν τα κεφάλια τους ολόγυρα. Κι οι ανταύγειες της φωτιάς που καίει πίσω τους να είναι πάνω και μακριά από αυτούς. Και ανάμεσα στη φωτιά και στους δεσμώτες, προς τα πάνω, να υπάρχει ένας δρόμος που στο πλάι του να είναι χτισμένο ένα τοιχάκι, όπως τα παραπετάσματα που τοποθετούν οι θαυματοποιοί, και πάνω απ' αυτά επιδεικνύουν τα ταχυδακτυλουργικά τους. 
- Βλέπω, είπε. 
Φαντάσου λοιπόν κοντά σε τούτο το τοιχάκι, ανθρώπους να μεταφέρουν αντικείμενα κάθε είδους, που προεξέχουν από το τοιχάκι, καθώς και ανδριάντες και κάποια άλλα αγάλματα ζώων, πέτρινα και ξύλινα και κατασκευασμένα με κάθε είδους υλικό, και, όπως είναι φυσικό, από αυτούς που τα μεταφέρουν άλλοι μιλούν και άλλοι μένουν σιωπηλοί. 
- Παράδοξη εικόνα περιγράφεις, και παράδοξους δεσμώτες, είπε. 
Μα είναι όμοιοι με μας, και πρώτα και κύρια, νομίζεις πως αυτοί έχουν δει κάτι άλλο από τους εαυτούς τους και τους υπόλοιπους που είναι μαζί, εκτός από τις σκιές που δημιουργεί η φωτιά, και των αντανακλάσεών της στους απέναντι τοίχους ; 
- Μα πως είναι δυνατόν, είπε, αφού είναι αναγκασμένοι να κρατάνε ακίνητα τα κεφάλια τους εφ' όρου ζωής ; 
Κι από αυτά που μεταφέρονται ; Δεν θα έχουν δει ακριβώς το ίδιο; 
Τι άλλο; 
Κι αν θα μπορούσαν να συνομιλούν μεταξύ τους, δεν νομίζεις πως σ' αυτά που βλέπουν θεωρούν πως αναφέρονται οι ονομασίες που δίνουν; 
Αναγκαστικά. 
Τι θα συνέβαινε, αν το δεσμωτήριο τους έστελνε αντίλαλο από τον απέναντι τοίχο, κάθε φορά που κάποιος από τους περαστικούς μιλούσε, νομίζεις πως θα θεωρούσαν πως αυτός που μιλάει είναι τίποτε άλλο από τη φευγαλέα σκιά; 
- Μα το Δία, όχι βέβαια, είπε. 
Και σε κάθε περίπτωση, αυτοί δεν θα θεωρούν τίποτα άλλο σαν αληθινό, παρά τις σκιές των αντικειμένων. 
- Απόλυτα σίγουρο, είπε. 
Σκέψου όμως, είπα εγώ, ποια θα μπορούσε να είναι η λύτρωσή τους και η θεραπεία τους και από τα δεσμά κι από την αφροσύνη, αν τους συνέβαιναν τα εξής : Αν κάθε φορά, δηλαδή, που θα λυνόταν κάποιος και θ' αναγκαζόταν ξαφνικά να σταθεί και να βαδίσει και να γυρίσει τον αυχένα του και να δει προς το φως, κι όλ' αυτά θα τα έκανε με μεγάλους πόνους και μέσα από τα λαμπυρίσματα δεν θα μπορούσε να διακρίνει εκείνα, που μέχρι τότε έβλεπε τις σκιές τους, τι νομίζεις πως θ' απαντούσε αυτός, αν κάποιος του έλεγε πως τότε έβλεπε φλυαρίες, ενώ τώρα είναι κάπως πιο κοντά και πως έχει στραφεί προς όντα πραγματικά και βλέπει με σωστότερο τρόπο, και αν του έδειχνε το καθένα από αυτά που περνούσαν, ρωτώντας τον τι είναι και αναγκάζοντάς τον ν' αποκριθεί, δεν νομίζεις πως αυτός θ' απορούσε και θα νόμιζε πως αυτά που έβλεπε τότε ήταν πιο αληθινά από τα τωρινά που του δείχνουν; 
- Και πολύ μάλιστα, είπε. 
Κι αν λοιπόν τον ανάγκαζε να βλέπει προς το ίδιο το φως, δεν θα πονούσαν τα μάτια του και δεν θα έφευγε για να ξαναγυρίσει σ' εκείνα που μπορεί να δει καλά, και δεν θα νόμιζε πως εκείνα στην πραγματικότητα είναι πιο ευκρινή από αυτά που του δείχνουν; 
- Έτσι, είπε. 
Και αν, τον τραβούσε κανείς με τη βία από εκεί, μέσα από ένα δρόμο κακοτράχαλο κι ανηφορικό, έξω στο φως του ήλιου, δεν θα υπέφερε τάχα και δεν θα αγανακτούσε όταν τον έπαιρναν, κι αφού θα έφτανε στο φως, δεν θα πλημμύριζαν τα μάτια του από τη λάμψη και δεν θα του ήταν αδύνατο να δει ακόμα κι ένα απ' αυτά που τώρα ονομάζονται αληθινά; 
- Όχι βέβαια, δεν θα μπορούσε έτσι ξαφνικά, είπε. 
Έχω την εντύπωση πως θα χρειαζόταν να συνηθίσει, αν σκοπεύει να δει τα πράγματα που είναι πάνω. Και στην αρχή θα μπορούσε πολύ εύκολα να διακρίνει καλά τις σκιές, και μετά απ' αυτό, πάνω στην επιφάνεια του νερού τα είδωλα των ανθρώπων και των άλλων πραγμάτων, και κατόπιν αυτά τα ίδια. Και μετά από αυτά, τ' αντικείμενα που είναι στον ουρανό και τον ίδιο τον ουρανό θα μπορούσε να δει ευκολότερα τη νύχτα, βλέποντας το φως των άστρων και της σελήνης, παρά στη διάρκεια της μέρας, τον ήλιο και το ηλιόφως. 
- Πως όχι; 
Τελευταίο θα μπορούσε νομίζω να δει τον ήλιο, όχι στην επιφάνεια του νερού ούτε σε κάποια διαφορετική θέση τα είδωλά του, αλλά θα μπορούσε να δει καλά τον ήλιο καθαυτό στο δικό του τόπο και να παρατηρήσει προσεκτικά τι είδους είναι. 
- Κατ' ανάγκη, είπε. 
Και μετά θα συλλογιζόταν τότε για κείνον, πως αυτός είναι που ρυθμίζει τις εποχές και τους χρόνους και που κανονίζει τα πάντα στον ορατό κόσμο, καθώς και ο αίτιος, κατά κάποιο τρόπο, όλων εκείνων που έβλεπαν αυτοί. 
- Είναι φανερό, είπε, πως αυτά θα συμπεράνει ύστερα από τα προηγούμενα. 
Τι λες λοιπόν; Όταν αναλογίζεται την πρώτη του κατοικία και την εκεί σοφία που είχε αυτός και οι τότε συνδεσμώτες του, δεν νομίζεις πως θα καλοτυχίζει τον εαυτό του για τούτη την αλλαγή και θα οικτίρει τους άλλους; 
- Και πολύ μάλιστα. 
Κι αν υπήρχαν μεταξύ τους τότε κάποιες τιμές και έπαινοι και βραβεία γι' αυτόν που θα μπορούσε να διακρίνει πιο καθαρά αυτά που περνούσαν μπροστά από τα μάτια του και γι' αυτόν που θα μπορούσε να θυμηθεί περισσότερο ποια συνήθως περνούσαν πρώτα, ποια μετά και ποια ταυτόχρονα, και έτσι θα μπορεί να προβλέπει τι θα έρθει στο μέλλον, νομίζεις πως αυτός θα κατεχόταν από σφοδρή επιθυμία και θα ζήλευε τους τιμημένους από κείνους και τους μεταξύ εκείνων κυρίαρχους ή θα είχε πάθει αυτό που λέει ο Όμηρος, και πολύ θα επιθυμούσε "να ήταν ζωντανός στη γη κι ας δούλευε για άλλον, που είναι ο φτωχότερος" και θα προτιμούσε να έχει πάθει τα πάντα, παρά να νομίζει εκείνα που νόμιζε και να ζει έτσι εκεί; 
- Έτσι νομίζω τουλάχιστον, είπε, πως θα προτιμούσε να πάθει οτιδήποτε παρά να ζει έτσι. 
Και τώρα βάλε στο μυαλό σου το εξής, είπα εγώ. Αν κατέβει αυτός πάλι και καθίσει στον ίδιο θρόνο, δεν θα ξαναγεμίσουν τάχα τα μάτια του σκοτάδι, αφού ήρθε ξαφνικά από τον ήλιο; 
- Και πολύ μάλιστα, είπε. 
Αν χρειαζόταν ν' ανταγωνιστεί με κείνους τους παντοτινούς δεσμώτες, λέγοντας την άποψή του σχετικά με τις σκιές, καθόσον χρόνο η όρασή του είναι αμβλεία, πριν προσαρμοστούν τα μάτια του, και για να συνηθίσουν δεν θα χρειαζόταν και τόσο μικρός χρόνος, άραγε δεν θα προκαλούσε περιπαιχτικά γέλια και δεν θα έλεγαν γι' αυτόν πως με το ν' ανεβεί επάνω, γύρισε με καταστραμμένα τα μάτια του και πως δεν αξίζει ούτε να προσπαθήσουν καν να πάνε επάνω; Και αυτόν που θα επιχειρήσει να τους λύσει και να τους ανεβάσει, αν τους δινόταν κάπως η ευκαιρία να τον πιάσουν και να τον σκοτώσουν, δεν θα τον σκότωναν;"

Πλάτωνας (Πολιτεία, Βιβλίο Έβδομο)

ΠΕΙΣΙΣΤΡΑΤΟΣ



Είδα χθες ένα όνειρο που ήταν αγάπη.
Σε μια στιγμή γέμισα αγάπη και χαμογέλασα με δάκρυα σαν έκσταση.
Ήρθαν ένα σωρό πρόσωπα κι έρχονταν κι άλλα φάτσες γνωστές κι άγνωστες κι εγώ όλους τους αγαπούσα και περισσότερους ακόμα τόσο πολύ άνοιξε η καρδιά μου και χωρούσαν κι άλλοι πολλοί ακόμα. Ένα πλήθος κρεμάστηκε από την σπάνια κλωστή που έκλωθε εκείνη την ώρα η ψυχή μου κι αυτή άντεχε δεν έσπαζε.
Όλα ήταν μια ευτυχία πόσο σας αγαπώ φώναξα θα πεθάνω για σας.
Αγαπούσα την κάθε μια μορφή χωριστά και μαζί όλες η αγάπη μου ήταν ένα σύννεφο που το σκόρπιζε ο αέρας το χώριζε σε χίλια κομμάτια κι ύστερα πάλι τα ένωνε η αγάπη μου ήταν ένα σύννεφό που σκέπαζε όλο τον ουρανό και μεγάλο σας αγαπώ.
Ξαφνικά κατάλαβα πως εγώ τους αγαπούσα κι εκείνοι με κοίταζαν μ’ ένα μικρό χαμόγελο. Στεκόμουν μ’ ανοιχτά χέρια κι εκείνοι μάκραιναν και τους είπα θα ’ρθω μαζί σας. Με κοίταζαν με άδειο χαμόγελο και προχωρούσαν κι εγώ στεκόμουν κι έβλεπα να με προσπερνάν και να μακραίνουν. Δεν μπορούσα να κάνω βήμα ήμουν σαν φυτό που πάλευε να ξεκολλήσει τις ρίζες του από το χώμα κι ήθελα να τους πάρω από πίσω. Στεκόμουν κι εκείνοι φεύγαν δεν έλεγαν έλα χαμογελούσαν.
Έμεινα από τότε μονάχος κι έπαψα να κλαίω η αγάπη στέρεψε κι έπαψε να τρέχει...

Γ. Χειμωνάς

Τάδε έφη Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα...




"Σήμερα δεν σας μιλώ σα συγγραφέας ή ποιητής ή έστω σαν ένας απλός σπουδαστής του πλούσιου πανοράματος της ζωής του ανθρώπου, αλλά σαν ένας φλογερός γεμάτος πάθος οπαδός του θεάτρου της κοινωνικής ενέργειας. Το θέατρο είναι ένα από τα περισσότερο εκφραστικά και ωφέλιμα όργανα για να οικοδομηθεί ένας έθνος. Είναι το βαρόμετρο του μεγαλείου του ή της παρακμής του. 
Ένα ξύπνιο θέατρο, καλά προσανατολισμένο σ' όλους τους τομείς, από την τραγωδία ως το κωμειδύλλιο, μπορεί να μεταβάλει την ευαισθησία ενός λαού μέσα σε λίγα χρόνια. Ένα διασπώμενο θέατρο με αδύνατα πέλματα αντί για φτερά, μπορεί να φτηνύνει και να αποκοιμίσει ένα ολόκληρο έθνος. Το θέατρο είναι το σχολείο των δακρύων και του γέλιου, είναι το ελεύθερο βήμα, όπου οι άνθρωποι μπορούν να απολυτρωθούν από μία τετριμμένη και διφορούμενη ηθική, όπου μέσα από ζώντα παραδείγματα, μπορούν να εξηγήσουν τους αιώνιους νόμους της καρδιάς και του νου του ανθρώπου. Η τέχνη είναι λοιπόν το κατόρθωμα της ελευθερίας του ανθρώπου. 
Χωρίς αυτή, το φαινόμενο της ζωής θα ήταν μια νεκρή κίνηση. Χωρίς αυτή δεν θα υπήρχε το πανόραμα των αιώνιων νόμων της καρδιάς και του νου, η μοναδική λύτρωση, η μοναδική αθανασία των θνητών".

* Απόσπασμα από την ομιλία του Λόρκα στους ηθοποιούς και τεχνικούς του Teatro Espanol λίγο πριν την πρεμιέρα του έργου του, το οποίο βρίσκεται στο πρόγραμμα της παράστασης «Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα».

“...Tο φάντασμα του άξεστου ανθρώπου”




Επιστρέφω απόγευμα στο κρεβάτι, ανοίγω το τελευταίο βιβλίο του Χανίφ Κιουρέισι.

Μεσάνυχτα όλη μέρα.

Εξ αφορμής μιας πρότασης στο οπισθόφυλλο το πήρα.

«Είμαστε αλάθητοι», λέει, «στην επιλογή του εραστή μας,

ιδιαίτερα όταν αξιώνουμε το λάθος πρόσωπο.

Υπάρχει ένα ένστικτο, μαγνήτης ή αερικό, που γυρεύει το αταίριαστο».

Εσύ, πάλι, λες πως με κάτι τέτοιο εκνευρίζεσαι.

Πως οι άνθρωποι με αντίστοιχες απόψεις είναι για σφαλιάρες.

Θυμώνω. Καλά κάνω και θυμώνω. Δίκιο έχεις.

Εδώ και χρόνια πια το ξέρω.

Με την άρρωστη κεκτημένη του Μπατάιγ πόσο θα πας;

Μια δυο φορές στη ζωή σου. Εγώ τις πήγα, τέλειωσα.

Όξω απ΄ την παράγκα οι αταίριαστοι. να τους αγαπάμε.

Να τους θυμόμαστε με τρυφερότητα. Τους χρησιμοποιήσαμε.

Το πληρώσαμε, πρώτοι εμείς.

Γιατί ο λάθος άλλος στην ουσία δεν φταίει. Δεν σου κρύφτηκε.

Εκεί που εσύ αναγνώρισες το αταίριαστο,

αυτός κατά πάσα πιθανότητα είδε το ταιριαστό.

Και δεν φταίει αυτός.

Του το έπαιξες καλά.

Όποιος αναγνωρίζει εξαρχής το λάθος πρόσωπο και όμως τσαλαβουτάει – αυτός φταίει.

Το βλέπεις, βλάκα μου, το λάθος. Και το αποσιωπάς. Γιατί το έχεις ανάγκη.

Και το αξιώνεις μόνο σε μια περίπτωση το λάθος πρόσωπο:

για να το απαξιώσεις σύντομα.

Για να μη δεσμευτείς. Για να μείνεις μόνος.

Για να νιώσεις ανώτερος από τον εσφαλμένο.

Γιατί από το λάθος πρόσωπο έχεις πάντα τη δυνατότητα να το σκάσεις

με όσο το δυνατόν λιγότερη οδύνη.

Με απώλειες μηδαμινές.

Επιλέγω «ανάξιο εραστή» σημαίνει επίσης:

αναβάλλω τον έρωτα, αλλά συγχρόνως δεν κλείνω την πόρτα στην ελπίδα

θα φύγει ο πρόσκαιρος και λίγος, και κάποια μέρα θα έρθει ο ανάξιος.

Αλλά όχι ακόμα. Δεν είναι η ώρα μου.

Τώρα φοβάμαι οτιδήποτε μπορεί να πάρει μορφή αμετάκλητου.

Την ισόβια συνύπαρξη, ιδίως.

«Επιλέγεις λάθος άνθρωπο, δηλαδή, για να το σκάσεις πιο εύκολα;

Και τότε πώς εξηγείται το γεγονός

πως καμιά φορά κολλάς στο λάθος πρόσωπο εκατό χρόνια;»,

ρωτάει η μεταμεσονύκτια φίλη.

-«Κατά τη γνώμη μου, μείνεις, φύγεις, το ίδιο κάνει», λέω.

«Πάλι κολλάς, για να γλιτώσεις από μια ουσιαστική δέσμευση.

Γιατί, αν με τον όμοιό σου τύχει στραβή, τότε δεν γιατρεύεσαι.

Πένθος αμετάκλητο μετά».

Νύχτα, δυόμισι χρόνια πριν.

Τρέχαμε με ένα φίλο στο Μούλτι Κούλτι – στο δρόμο απορούσε:

«Μα πώς έγινε και πήγα και ερωτεύτηκα αυτό το πράγμα;

Η προηγούμενη αγάπη μου διάβαζε στίχους της Σύλβια Πλαθ.

Ίδια τραγούδια, ίδια κουλτούρα. Ήθελα να θέλω.

Και όμως, δεν με μάγευε παρά μόνο το ασπόνδυλο. Το ριζικά ακαλλιέργητο πλάσμα.

Λες πως θα μου περάσει; Αηδιάζω με τον εαυτό μου έτσι που έμπλεξα.

Άλλωστε, ξέρεις πως αυτά τα παθιασμένα τα κοροϊδεύω».

Όχι, χαρά μου, δεν θα σου περάσει, σκεφτόμουν.

Απλώς εκεί που κόβεσαι πως δεν θα μπορείς χωρίς την άξεστη αγάπη σου,

πολύ σύντομα θα βρεις αφορμή και θα φύγεις.

Και θα πεις πως δεν πήγαινε άλλο.

Που πάντα πάει, άμα θες.

Μετά, τα υπόλοιπα θα τα αναλάβει το πάθος της συντήρησης,

θα μοιάσεις τότε ακόμα περισσότερο στους ήρωες που σιχαίνεσαι.

Σε κάθε συνάντησή σου με ίσο σου άνθρωπο θα βάζεις μπροστά σαν πανοπλία, το άξεστο πλάσμα.

Ο λίγος ίσκιος σου θα σε θωρακίζει από την οδυνηρή συνάφεια με τον παρεμφερή σου.

Κανονικά πρέπει να χρωστάς ευγνωμοσύνη γι΄ αυτό στην άξεστη αγάπη σου.

«Σε ευχαριστώ, ακαλλιέργητο πλάσμα,

που η επινοημένη μου εμμονή για σένα με προστάτεψε.

Δεν πήγα να καώ με την καλή περίπτωση.

Να χάσω την ανεξαρτησία μου. Τη μαγκιά μου. Να γίνω κουρέλι».

Αν δεν υπήρχε το φάντασμα του άξεστου ανθρώπου,

θα αναγκαζόσουν κάποια στιγμή να ζήσεις κι εσύ

με έναν όμοιό σου το οδυνηρό πράγμα που λέγεται ζευγάρι,

θα αναγκαζόσουν να είσαι τρυφερός,

να αγαπήσεις στ΄ αλήθεια.

Μαλβίνα Κάραλη

ΟΙ ΔΥΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΙ




Δυο ειν' οι Παράδεισοι
που λέει κι η παράδοση

Ειν' ένας μες στους ουρανούς
που μήτε τον χωρά ο νους

Κι όπου αδερφέ μου για να πας
θα 'ν' απο δίπλα του παπάς

Είν' ένας άλλος εδωνά
κι ας μη τον βλέπεις πουθενά

Όρη θάλασσες και βράχοι
μοιάζει λίγος κι όλα τα 'χει

Έχει βιόλες έχει κρίνα
Σεραφείμ με μαντολίνα

Έχει γλύκες έχει τρέλες
του διαόλου τις κόπελες

Μοιάζει λίγος κι όλα τα 'χει
να βουτάς κι ό,τι σου λάχει.

Οδυσσέας Ελύτης