Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ


Και έπεσε σιωπή την Ώρα της Κρίσεως και ο Άνθρωπος γυμνός στάθηκε εμπρός στο Θεό.
Και ο Θεός άνοιξε το Βιβλίο της Ζωής του Ανθρώπου.
Και είπε ο Θεός στον Άνθρωπο: “Η ζωή σου ήταν κακή, έδειξες σκληρότητα σ’εκείνους που χρειάστηκαν τη συνδρομή σου και σ’εκείνους που χρειάστηκαν βοήθεια φέρθηκες με πικρία και σκληρότητα. Οι φτωχοί σού φώναξαν και δεν άκουσες΄ έκλεισες τα αυτιά σου στη φωνή των βασανισμένων Μου. Καταχράστηκες την κληρονομιά των ορφανών και έστειλες τις αλεπούδες στον αμπελώνα του γείτονά σου. Πήρες τον άρτο των παιδιών και στα σκυλιά τον έδωσες για να τον φάνε, και τους λεπρούς Μου που ζούσαν ειρηνικά στους βάλτους και Με δόξαζαν, τους οδήγησες στις λεωφόρους΄ και πάνω στη γή Μου από την οποία σε έπλασα έχυσες αίμα αθώων”.
Και ο άνθρωπος απάντησε: “Αυτά τα έκανα”.
Και ο Θεός άνοιξε πάλι το Βιβλίο της Ζωής του Ανθρώπου.
Και είπε ο Θεός στον Άνθρωπο:”Η ζωή σου ήταν κακή. Την ομορφιά που σου έδειξα έψαχνες να τη βρείς και το καλό που σου έκρυψα το προσπέρασες. Οι τοίχοι του δωματίου σου ήταν ζωγραφισμένοι με εικόνες κι από την αποτρόπαια κλίνη σου σηκωνόσουν με τον ήχο φλάουτου. Έχτισες επτά βωμούς για τα αμαρτήματα που υπέφερα και έφαγες από αυτό που δεν πρέπει να φαγωθεί, και η πορφύρα των ενδυμάτων σου ήταν κεντημένη με τα τρία αμαρτήματα της αισχύνης. Τα είδωλά σου δεν ήταν ούτε από ασήμι ούτε από χρυσό που διαρκούν μα από σάρκα που πεθαίνει. Μόλυνες τα μαλλιά τους με αρώματα και έβαζες στα χέρια τους ρόδια. Μόλυνες τα πόδια τους με ζαφορά και έστρωνες χαλιά για να πατούν. Μόλυνες τα μάτια τους με αντιμόνιο και με μύρρα άλειφες το σώμα τους. Υποκλινόσουν ως το πάτωμα μπροστά τους και στον ήλιο τοποθέτησες τους θρόνους των ειδώλων σου. Έδειξες στον ήλιο την αισχύνη σου και στη σελήνη την παραφροσύνη σου”.
Και ο άνθρωπος απάντησε: “Και αυτό το έκανα”.
Και Τρίτη φορά άνοιξε ο Θεός το Βιβλίο της Ζωής του Ανθρώπου.
Και είπε ο Θεός στον Άνθρωπο: “Κακή ήταν η ζωή σου. Με κακό ανταπέδωσες το καλό και με αδικία την καλοσύνη. Δάγκωσες τα χέρια που σε τάισαν και περιφρόνησες το στήθος που σε θήλασε. Αυτός που ερχόταν σε σένα με νερό έφευγε διψασμένος και τους ληστές μου που σε έκρυψαν τη νύχτα στις σκηνές τους τους πρόδωσες πριν ξημερώσει. Τον εχθρό σου που σε ευσπλαχνίστηκε τον παγίδεψες με ενέδρα και το φίλο που πορεύτηκε μαζί σου τον πούλησες και την Αγάπη την ανταπέδιδες με Πόθο”.
Και ο Άνθρωπος απάντησε και είπε: “Και αυτά τα έκανα”.
Και ο Θεός έκλεισε το Βιβλίο της Ζωής του Ανθρώπου και είπε “Θα σε στείλω σίγουρα στην Κόλαση”.
Και ο Άνθρωπος φώναξε: “Δε μπορείς”.
Και ο Θεός είπε στον Άνθρωπο: “Και για ποιο λόγο δεν μπορώ να σε στείλω στην Κόλαση;”
“Γιατί πάντα στην κόλαση έζησα” απάντησε ο Άνθρωπος.
Και έπεσε σιωπή την Ώρα της Κρίσεως.
Και ύστερα από λίγο μίλησε ο Θεός και είπε στον Άνθρωπο: “Βλέπω πως δεν μπορώ να σε στείλω στην Κόλαση. Θα σε στείλω στον Παράδεισο”.
Και ο Άνθρωπος φώναξε: “Δε μπορείς”.
Και είπε ο Θεός στον Άνθρωπο: “Και για ποιο λόγο δε μπορώ να σε στείλω στον Παράδεισο;”
“Γιατί ποτέ, και με κανένα τρόπο δε μπόρεσα να τον φανταστώ”, απάντησε ο Άνθρωπος.
Και έπεσε σιωπή την Ώρα της Κρίσεως.

ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΪΛΝΤ

Tο πρόσωπο του τέρατος



Οποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει οτι του μοιάζει. Καί ή πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει ή ομορφιά.

Ό Φρανκεστάϊν έγινε πόστερ καί στολίζει το δωμάτιο ενός όμορφου αγοριού. Το αγόρι Ονομάζεται Πινοσέτ ή Βιντέλλα, κι όλομόναχο χορεύει με πάθος ένα ταγκό ελλειπτικό. Δεν υπάρχει Μουσική, ούτε τραγουδιστής από κοντά. Μονάχα ένας ρυθμός ατέλειωτος καί αριθμοί. Χίλιοι, πεντακόσιοι, πέντε χιλιάδες, δέκα, εκατό χιλιάδες, αριθμοί όχι εντελώς αποσαφηνισμένοι των έξαφανισθέντων, βασανισθέντων καί νεκρών. Καί το ταγκό να συνεχίζεται, το δε ποδόσφαιρο στίς φάσεις του, να κόβει την αναπνοή εκατομμυρίων θεατών επί της Γης. Εκατομμύρια περισσότεροι άπ’ όσους εννοούνε ν’ άντιδράσουνε στο τέρας, καί εξαφανίζονται μες σε χαντάκια, σε ρεματιές ή στίς αγροτικές ερημιές.

Από την ώρα πού ό Φρανκεστάϊν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, 0 κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι πού σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, άπ’ το μυαλό της κότας. Άπ’ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ’ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ’ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τί να τους πω καί πώς να τους το πω; Καί μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τίς σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές καί ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, πού όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει καί να μας καθοδηγεί;

Ή υποταγή ή ό εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε καί να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να τό ανεχόμαστε. Καί ή ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί καί τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, πού προΐσταται, ελέγχει καί μας κυβερνά.
Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι άπ’ τους εχθρούς. Κι ό εχθρός γεννιέται, δεν γίνεται. Μας παρακολουθεί άπ’ το σχολείο, σαν ήμασταν παιδιά, κι επιζητεί τον εξαφανισμό μας.
θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ’ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη καί ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν ή πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.
- Πως λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυύ άλλοι, δικοί του φίλοι.- Βασίλης, του απαντώ.- Καί που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.- Πάνω στύλόφο, του λέω καί τόν κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φάνουν τα χαλασμένα δύντια του. Μου λέει:
- Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Καί μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, πού με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια καί χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο καί τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.

Ή μορφή του τέρατος είναι πολύχρωμη. Χιλιάδες φωτεινές επιγραφές με άθλια ονόματα καλλιτεχνών, συλλόγων καί εταιριών αυτοκινήτων, στοιβάζονται στην οπτική περιοχή των περαστικών πού επιζητούν να σπάσουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια για νά μπουν μέσα να προφυλλαχτούν από τίς πόρνες, τα νοσοκομειακά αυτοκίνητα καί τίς για πάντα ασύλληπτες υπερηχητικές μοτοσυκλέτες. Προχτές, έτσι για κέφι, αναποδογύρισα μια λεωφόρο ασφαλτοστρωμένη, καί την είδα πάνω μου, να ξετυλίγεται επικίνδυνα προς την απόλυτη ερημιά της θάλασσας. Ζήτησα να επανέλθω στη όρθία μου στάση, επί της λεωφόρου, αλλά είχε ξημερώσει στό μεταξύ καί η εφαρμογή του οδικού μας Κώδικα δεν μου επέτρεπε την επαναφορά της λεωφόρου στην αρχική της θέση. Έτσι, ή μεν λεωφόρος παρέμεινε μετέωρος, κι εγώ, επέστρεψα στο σπίτι μου πεζός.

Το τέρας είχε αρχίσει να κυκλοφορεί. Οί οδοκαθαριστές άρχιζαν την παράσταση τους με Σαίξπηρ, Σίλλερ καί Αισχύλο, μια καί ανήκουν δικαιωματικά στύ υπουργείο Πολιτισμού. Χορός άπο τραβεστί, ψάλλει τα χορικά του Θεοδωράκη καί αποσύρεται εις τάς μικράς οδούς, χορεύοντας συρτάκι. Τουρίστες Γάλλοι, Αγγλοι κι Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρος σ’ αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Καί τρέχουνε στίς Τράπεζες ν’ αλλάξουνε συνάλλαγμα. Το τέρας γίνεται γελοίο καί κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Ή κλασική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο. Κι όλος ό κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά από το Δημόσιο Ταμείο. Το ερώτημα περνάει άπ’ τίς ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πώς θ’ αντιδράσουμε καί πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;

Θυμάστε τί έγινε στην «Έρωφίλη», από την προηγούμενη φορά. Ό κόσμος της είχε για βασικές αξίες, το ήθος, την αλήθεια καί την ομορφιά. Κι έτσι, όταν παρουσιαζότανε ή μορφή ένός τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα, εκ βαθέων, καί προκαλούσε απρόσμενη, άμεση καί καθοριστική αντίδραση. Μόλις ό Βασιλιάς έβγαλε τον μανδύα του μεγαλείου του καί το προσωπείο του άγαθού αρχηγού πατέρα, κι έφάνη στο πρόσωπο του ή μορφή του τέρατος, με τον διαμελισμό του Πανάρετου, ό Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει καί τον εξαφανίζει.

Αυτό σημαίνει πώς ό χορός των γυναικών αυτών, καί δεν φοβήθηκε, αλλά καί πώς δεν θα μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος.

Μάνος Χατζιδάκις (”Τα σχόλια του τρίτου”)

Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης


Άρεσε γενικώς στην Αλεξάνδρεια,
τες δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού,
ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης
Αριστομένης, υιός του Μενελάου.
Ως τ' όνομά του, κ' η περιβολή, κοσμίως, ελληνική.
Δέχονταν ευχαρίστως τες τιμές, αλλά
δεν τες επιζητούσεν· ήταν μετριόφρων.
Αγόραζε βιβλία ελληνικά,
ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά.
Προ πάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος.
Θάταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο,
κ' οι τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.

Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος.
Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας,
εμαθ' επάνω, κάτω σαν τους Έλληνας να φέρεται·
κ' έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν
χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι
μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά,
κ' οι Αλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,
ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι.
Γι' αυτό και περιορίζονταν σε λίγες λέξεις,
προσέχοντας με δέος τες κλίσεις και την προφορά·
κ' έπληττεν ουκ ολίγον έχοντας
κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του.

Κωνσταντίνος Καβάφης

ΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΙΔΙΩΤΙΚΑ



Ω να μπορούσανε, λέει, και τα οργανωμένα κράτη να διαμορφώσουν μια δημόσια ζωή με νόμους σαν αυτούς που διέπουν το άτομο. Να επιφοιτούσε στα κοινά η ψυχή, και μια διαταγή του υπουργείου Υγείας να ξαπόστελνε στα εργοστάσια επεξεργασίας απορριμμάτων όλες τις πενταροδεκάρες των συμφερόντων, για να βγουν έστω και λίγα γραμμάρια ομορφιάς. Να έπαιρνε πότε πότε η συνεδρίαση του Κοινοβουλίου τις προεκτάσεις που παίρνει ένα δάκρυ όταν διαθλά τις αθλιότητες όλες κι απομένει να λάμπει σαν μονόπετρο.
Κοντολογίς, να μπορούσαν και τη σημασία των λαών να τη μετράνε όχι από το πόσα κεφάλια διαθέτουνε για μακέλεμα, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, αλλά απ’ το πόση ευγένεια παράγουν, ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας ο λαός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι, το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι, το χράμι, όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων.
Τι σταμάτησε αυτά τα κινήματα ψυχής που αξιώθηκαν κι έφτασαν ως τις κοινότητες; Ποιος καπάκωσε μια τέτοιου είδους αρετή, που μπορούσε μια μέρα να μας οδηγήσει σ’ ένα ιδιότυπο, κομμένο στα μέτρα της χώρας πολίτευμα; Όπου το κοινόν αίσθημα να συμπίπτει με κείνο των αρίστων. Τι έγινε η φύση που μαντεύουμε αλλά δεν τη βλέπουμε; Ο αέρας που ακούμε αλλά δεν τον εισπνέουμε;

Οδυσσέας Ελύτης

ΔΟΚΙΜΙΟ ΠΕΡΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΒΛΑΚΕΙΑΣ



ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΒΛΑΚΕΙΑΣ:

1ος: Πάντα και αναπόφευκτα ο καθένας από εμάς υποτιμά τον αριθμό των ηλιθίων ατόμων που κυκλοφορούν.

2ος: Η πιθανότητα να είναι ένα συκεκριμένο πρόσωπο ηλίθιο είναι ανεξάρτητη από οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό του ίδιου προσώπου.

3ος: Ένα άτομο είναι ηλίθιο εάν προκαλεί ζημία σε ένα άλλο άτομο ή ομάδα ατόμων χωρίς να εξασφαλίζει κάποιο προσωπικό όφελος, ή ακόμα χειρότερα προκαλώντας ζημία στον εαυτό του.

4. Οι μη-ηλίθιοι άνθρωποι πάντοτε υποτιμούν τη βλαπτική ενέργεια των ηλιθίων ανθρώπων. Ιδίως οι μη ηλίθιοι συστηματικά ξεχνούν ότι παντού και πάντοτε και σε κάθε περίσταση η συσχέτιση ή η σύνδεση με ηλίθια άτομα οπωσδήποτε συνιστά ένα σοβαρότατο σφάλμα.

5. Ένα ηλίθιο άτομο είναι ο πλέον επικίνδυνος τύπου ανθρώπου που υπάρχει.

Carlo M. Cipolla 

Η Πολιτεία και η μοναξιά


Δεν έχεις Όλυμπε θεούς, μηδέ λεβέντες Όσσα, 
ραγιάδες έχεις μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, 
κούφιοι και οκνοί καταφρονάν τη θεία τραχειά σου γλώσσα,των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι ... 

Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι, 
και Μαμμωνάδες βάρβαροι,και χαύνοι λεβαντίνοι, 
λύκοι ώ κοπάδια οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι κι οι χαροκόποι αδιάντροποι και πόρνη η Ρωμιοσύνη. 

Κωστής Παλαμας

ΟΝΕΙΡΟ ΜΕΣΑ ΣΕ ΟΝΕΙΡΟ



Το φιλί στα μάτια το ένα
Δέξου! Φεύγω από σένα.
Μα άσε με να σου το πώ-
Έχεις δίκιο, είναι σωστό, όταν λες:
Κι αν η ελπίδα έχει χαθεί
Σ’ ένα βράδυ ή ένα πρωί,
Μέσα σ’ όνειρο ή σκιά,
Είν’ λιγότερο μακρυά;
Ό,τι είμαστε ή είναι
Όνειρο σε όνειρο είναι.


Στέκομαι εδώ σ’ αυτή
Την τρικυμισμένη ακτή
Και κρατώ στα δάχτυλά μου
Λίγους κόκκους χρυσής άμμου –
Πόσο λίγοι! Κι όμως πώς
Τους τραβάει ο βυθός
Καθώς κλαίω! Κι όλο κλαίω!
Ώ Θεέ μου! Να κρατήσω δεν μπορώ
Μ’ ένα σφίξιμο γερό, ένα-δυό;
Ώ Θεέ μου! έναν κόκκο να τον σώσω δεν μπορώ,
Έναν, έστω απ’ τ’ αλύπητο το κύμα αυτό το δυνατό;
Ό,τι νομίζουμε πως είμαστε ή είναι
Μόνο ένα όνειρο μέσα σε όνειρο είναι;


Edgar Allan Poe 

Αυτά να τα πεις αλλού



Δες τα παιδιά, Βιργινία. Κοίτα και δες τα μάτια τους, περιέχουν τον αληθινό κόσμο. Διότι συλλαμβάνουν τη χάρη. Τα τυλίγει σαν σύννεφο, αν μισοκλείσεις τα βλέφαρα θα τη δεις, είναι ένα χρώμα γύρω τους, κοίτα και δες, κάθε παιδί έχει το χρώμα του, σαν νεφέλωμα, σε μερικά μπορείς να δεις ολόκληρο το ουράνιο τόξο. Αυτό είναι το φως του Θεού, Βιργινία, ουδέποτε χάνεται, όποιος το σέβεται, μαθαίνει να το ρουφάει, όποιος απιστεί ξοδεύεται...Όμως, τα παιδιά βρίσκονται ακόμα στην ηλικία της φώτισης, τόποτα δεν ξεθωριάζει το χρώμα τους...Κοίτα! Δες τα μάτια αυτού του παιδιού! Πρόσεξε την ηδύτητα στην έκφρασή του. Ονειρεύεται, Βιργινία. Τα μωρά και τα παιδιά βλέπουν τα όνειρα του Θεού. Δες, ο μικρός έχει το χάρισμα, όλα τα παιδιά το έχουν, είναι το δώρο τους για την καινούργια ζωή...

Μπελίκα Κουμπαρέλη

Μάρτιαι Ειδοί




-Φοβού τας ειδούς του Μαρτίου (δηλαδή την 14η Μαρτίου), είχε συμβουλέψει τον Ιούλιο Καίσαρα κάποιος μάντης. Εκείνη την ημέρα, πηγαίνοντας στην Σύγκλητο ο Καίσαρ συνάντησε τον μάντη και του είπε ειρωνικά: 
-Ήλθον αι ειδοί Μαρτίου.
-Ναι, αλλά δεν παρήλθον. Του απάντησε εκείνος.
Και ο Καίσαρας συνέχισε τον δρόμο του προς την ενέδρα θανάτου του Βρούτου, του Κάσιου και των άλλων φίλων του...

Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή.
Και τες φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις
αν δεν μπορείς, με δισταγμό και προφυλάξεις
να τες ακολουθείς. Και όσο εμπροστά προβαίνεις,
τόσο εξεταστική, προσεκτική να είσαι.

Κι όταν θα φθάσεις στην ακμή σου, Καίσαρ πια·
έτσι περιωνύμου ανθρώπου σχήμα όταν λάβεις,
τότε κυρίως πρόσεξε σα βγεις στον δρόμον έξω,
εξουσιαστής περίβλεπτος με συνοδεία,
αν τύχει και πλησιάσει από τον όχλο
κανένας Αρτεμίδωρος, που φέρνει γράμμα,
και λέγει βιαστικά «Διάβασε αμέσως τούτα,
είναι μεγάλα πράγματα που σ’ ενδιαφέρουν»,
μη λείψεις να σταθείς· μη λείψεις ν’ αναβάλεις
κάθε ομιλίαν ή δουλειά· μη λείψεις τους διαφόρους
που χαιρετούν και προσκυνούν να τους παραμερίσεις
(τους βλέπεις πιο αργά)· ας περιμένει ακόμη
κ’ η Σύγκλητος αυτή, κ’ ευθύς να τα γνωρίσεις
τα σοβαρά γραφόμενα του Αρτεμιδώρου.

Κωσταντίνος Καβάφης

Αγαπώ θα πει χάνομαι...


Δεν είναι συμπόνια μήτε καλοσύνη. Στη συμπόνια είναι δύο, αυτός που πονάει κι αυτός που συμπονάει. Στην καλοσύνη είναι δύο, αυτός που δίνει κι αυτός που δέχεται. Μα στην αγάπη είναι ένας. Σμίγουν οι δύο και γίνονται ένα. Δεν ξεχωρίζουν. Το εγώ κι εσύ αφανίζονται. ΑΓΑΠΩ ΘΑ ΠΕΙ ΧΑΝΟΜΑΙ...

Ν. Κ. (ε, ποιος άλλος..;;!!)

Ο Προφήτης


Τα παιδιά σου δεν είναι παιδιά σου

Είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της Ζωής για τη Ζωή.

Δημιουργούνται διαμέσου εσένα, αλλά όχι από σένα

Κι αν και βρίσκονται μαζί σου, δε σου ανήκουν.

Μπορείς να τους δώσεις την αγάπη σου, αλλά όχι τις σκέψεις σου

Αφού ιδέες έχουν δικές τους.

Μπορείς να δίνεις μια στέγη στο σώμα τους, αλλά όχι και στις ψυχές τους

Αφού οι ψυχές τους κατοικούν στο σπίτι του αύριο

που εσύ δεν πρόκειται να επισκεφτείς ούτε και στα όνειρά σου.

Μπορείς να προσπαθήσεις να τους μοιάσεις

αλλά μη γυρέψεις να τα κάνεις σαν εσένα

Αφού η ζωή δεν πάει προς τα πίσω ούτε ακολουθεί στο δρόμο του το χτες

Είσαι το τόξο από το οποίο τα παιδιά σου

ωσάν ζωντανά βέλη ξεκινάνε για να πάνε μπροστά.

Ο τοξότης βλέπει το ίχνος της τροχιάς προς το άπειρο

και κομπάζει ότι με τη δύναμή του

τα βέλη του μπορούν να πάνε γρήγορα και μακριά.

Άς χαροποιεί τον τοξοτή ο κομπασμός του

Αφού ακόμα κι αν αγαπάει το βέλος που πετάει

έτσι αγαπά και το βέλος που μένει στάσιμο.

Χαλίλ Γκιμπράν

Όταν έκλαψε ο Νίτσε (απόσπασμα)



-Τί θα συνέβαινε αν κάποιος δαίμονας σου έλεγε ότι αυτή τη ζωή - όπως τη ζεις τώρα και όπως την έχεις ζήσει στο παρελθόν- πρέπει να τη ζήσεις ξανά, αμέτρητες φορές; Και χωρίς να συμβαίνει τίποτα καινούργιο; Όπου κάθε πόνος και κάθε χαρά κι ότι ήταν άφατα μικρό ή μεγάλο στη ζωή σου, θα επιστρέφει σε'σενα, όλα στην ίδια διαδοχή και ακολουθία; Φαντάσου την αιώνια κλεψύδρα της ύπαρξης ν'αναποδογυρίζει ξανά και ξανά και ξανά. Και κάθε φορά, αναποδογυρίζουμε κι εσύ και'γω, απλοί κόκκοι στη διαδικασία.
- Προτείνεις ότι κάθε πράξη που κάνω, κάθε πόνος που νιώθω, θα βιώνεται συνεχώς στην αιωνιότητα;
- Ναι, η αιώνια επανάληψη σημαίνει ότι κάθε φορά που επιλέγεις μια πράξη θα την επιλέγεις αιώνια. Και ισχύει το ίδιο για κάθε πράξη που δεν κάνεις, κάθε εμποδισμένη σκέψη, κάθε επιλογή που απέφυγες. Και όλη η αβίωτη ζωή θα μένει να φουσκώνει μέσα σου, αβίωτη για όλη την αιωνιότητα. Κι η αδιόρατη φωνή της συνείδησής σου θα σου διαμαρτύρεται αιώνια.
Τη σιχαίνεσαι αυτή την ιδέα? Ή σ' αρέσει;
- Τη σιχαίνομαι
- Τότε ζήσε με τέτοιο τρόπο που να σου αρέσει η ιδέα.

Irvin Yalom

Ο Τυχαίος Θάνατος ενός Αναρχικού



Μη φοβάστε, το να ξεσκεπάζουμε τα σκάνδαλα, δε σημαίνει ότι φθείρουμε την εξουσία. Απεναντίας, τα σκάνδαλα είναι καλοδεχούμενα, γιατί επάνω τους στηρίζεται, μακροπρόθεσμα, η κρατική εξουσία.

Μ’ άλλα λόγια, το σκάνδαλο, κι όταν ακόμα δεν υπάρχει πρέπει να το επινοούμε. Είναι ένα μέσο, που βοηθάει στη διατήρηση της εξουσίας, γιατί ξαλαφρώνει τους καταπιεσμένους, τους δίνει τη δυνατότητα να ξεδώσουν… Είναι το ξέσπασμα, η κάθαρση, που απελευθερώνει απ’ την ένταση. Και σεις, οι ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι, είστε οι άξιοι ιερείς της σκανδαλοθηρίας!.. Το σκάνδαλο είναι το αντίδοτο στο χειρότερο δηλητήριο, δηλ. στη συνειδητοποίηση του κόσμου.

Ζητάει ο λαός αληθινή δικαιοσύνη; Εμείς του δίνουμε λίγο πιο δίκαιη απ’ αυτήν που έχει. Διαμαρτύρονται οι εργαζόμενοι για το αίσχος της εκμετάλλευσης; Εμείς διορθώνουμε το αίσχος, αφήνουμε όμως να υπάρχει η εκμετάλλευση. Θέλουμε να μην τα τινάζουν πια μες στις φάμπρικες; Εμείς παίρνουμε ορισμένα μέτρα για να βελτιώσουμε τις συνθήκες δουλειάς, δίνουμε και κανένα επίδομα στη χήρα. Θέλουν να καταργήσουν τις κοινωνικές τάξεις; Εμείς περιορίζουμε λιγάκι τις εμφανείς ταξικές διαφορές, έτσι, για να μη χτυπούν πολύ στο μάτι…

Θέλουν επανάσταση; Εμείς τους δίνουμε ολίγες μεταρρυθμίσεις. Όχι ολίγες, αρκετές. Τους μπουκώνουμε με μεταρρυθμίσεις. Ή μάλλον τους μπουκώνουμε με υποσχέσεις για μεταρρυθμίσεις. Γιατί, γνήσιες μεταρρυθμίσεις, δεν πρόκειται να κάνουμε ποτέ! Βλέπετε, τον μέσο πολίτη, δεν τον νοιάζει να εξαφανιστούν οι βρωμιές… Όχι. Του αρκεί να ξεσκεπάζονται, να γίνεται ένα σκάνδαλο, να γίνεται σαματάς… Αυτή είναι, για κείνον, η αληθινή ελευθερία. Αυτός είναι, για κείνον, ο καλύτερος κόσμος! Αλληλούια!

Ντάριο Φο 

Το βιβλιο της ανησυχιας



Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον.
Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας.
Αυτό επαληθεύεται σε όλη την κλίμακα των συναισθημάτων. Στον σωματικό έρωτα αναζητούμε την ηδονή μας με τη μεσολάβηση ενός ξένου κορμιού. Στον έρωτα που διακρίνεται από την σεξουαλική πράξη, αναζητούμε την ικανοποίησή μας με τη μεσολάβηση μιας δικής μας ιδέας που έχουμε σχηματίσει για κάποιον. Ο αυνανιστής, αν και κοινωνικά απόβλητος, είναι για την ακρίβεια η τέλεια έκφραση της ερωτικής λογικής. Είναι ο μόνος που δεν εξαπατά κανέναν, ούτε τον εαυτό του ούτε άλλον.
Οι σχέσεις ανάμεσα σε μια ψυχή και μια άλλη, μέσα από πράγματα τόσο αμφίβολα και αποκλίνοντα όσο οι λέξεις που χρησιμοποιούμε και οι κινήσεις που κάνουμε, είναι ένα ζήτημα μιας πολυπλοκότητας παράξενης. Μέσα στην ίδια την τέχνη της γνωριμίας δεν αναγνωριζόμαστε. Λένε κι οι δυο "σ'αγαπώ" ή το σκέφονται και το νιώθουν αμοιβαία, κι ο καθένας εκφράζει μια έννοια διαφορετική, μια ζωή διαφορετική, κι ίσως ακόμη ένα χρώμα ή ένα άρωμα διαφορετικό, μέσα σ'αυτό το αφηρημένο άθροισμα εντυπώσεων που αποτελεί τη δραστηριότητα της ψυχής.

Φερναντο Πεσσοα